Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χοηφόρος < αρχαία ελληνική χοηφόρος, χοή + -φόρος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

χοηφόρος

  • εκείνος που προσέφερε σπονδές σε νεκρούς στην αρχαία Ελλάδα, που έφερε τη χοή για προσφορά
  • με κεφαλαίο, στον πληθυντικό, τραγωδία του Αισχύλου

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία