Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

porte-voix < porter + voix

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
porte-voix porte-voix

porte-voix (fr) αρσενικό άκλιτο

  1. ο τηλεβόας
  2. το φερέφωνο
  3. το χωνί
  4. η ντουντούκα

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία