Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φούντα φούντες
γενική φούντας (φουντών)
αιτιατική φούντα φούντες
κλητική φούντα φούντες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φούντα < ελληνιστική κοινή φοῦνδα < funda (σφεντόνα) < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *sp(h)end-

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈfun.da/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φούντα θηλυκό

  1. σύνολο φυσικών ή τεχνητών νημάτων με το ένα άκρο ενωμένο και το άλλο ελεύθερο
    φέσι με φούντα
  2. μικρό ανθισμένο κλαδί
    φούντα βασιλικό
  3. ακατέργαστη ινδική κάνναβη

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • δουλειές με φούντες

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΥποκοριστικάΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία