Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φουντώνω < φούντ(α) + -ώνω. Δεν σχετίζεται με το φουντάρω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /funˈdo.no/
τυπογραφικός συλλαβισμός: φου‐ντώ‐νω

  ΡήμαΕπεξεργασία

φουντώνω, αόρ.: φούντωσα, μτχ.π.π.: φουντωμένος (χωρίς παθητική φωνή[1][2][3], προφορικό[4]: φουντώνομαι)

  1. (βοτανική) έχω πυκνό φύλλωμα
  2. (μεταφορικά) αποκτώ όλο και μεγαλύτερη ένταση και εκτείνομαι
    ※  Κι όσο πιο ψυχρή ήταν εκείνη, τόσο περισσότερο φούντωνε ο δικός του έρωτας. (Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, 1976 [μυθιστόρημα])
  3. (μεταφορικά) εξοργίζομαι
  4. (μεταφορικά) ερεθίζομαι

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

και δείτε τη λέξη φούντα

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Ιορδανίδου, Άννα (1998, 8η έκδ.). Τα ρήματα της νέας ελληνικής. Αθήνα: Πατάκης (©1991, 1η έκδοση:1992). 
  2. «φουντώνω» -  Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 
  3. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Β΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.  (Α΄ έκδοση: 1998)
  4. «φουντώνομαι» - στο διαδίκτυο, 2021.