Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αφούντωτος η αφούντωτη το αφούντωτο
      γενική του αφούντωτου της αφούντωτης του αφούντωτου
    αιτιατική τον αφούντωτο την αφούντωτη το αφούντωτο
     κλητική αφούντωτε αφούντωτη αφούντωτο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αφούντωτοι οι αφούντωτες τα αφούντωτα
      γενική των αφούντωτων των αφούντωτων των αφούντωτων
    αιτιατική τους αφούντωτους τις αφούντωτες τα αφούντωτα
     κλητική αφούντωτοι αφούντωτες αφούντωτα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αφούντωτος < α- + φουντώνω + -τος < φούντα < ελληνιστική κοινή φοῦνδα < λατινική funda

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αφούντωτος, -η, -ο

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία