Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τίλλω < αρχαία ελληνική τίλλω

  ΡήμαΕπεξεργασία

τίλλω

  1. μαδάω

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • τίλλω τας τρίχας της κεφαλής μου

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τίλλω < άγνωστης ετυμολογίας

  ΡήμαΕπεξεργασία

τίλλω

  1. μαδώ κοτόπουλο ή φτερά
  2. αποσπώ τρίχες, μαδάω τα μαλλιά μου ή γενικά τραβάω και ξεριζώνω τις τρίχες από το σώμα μου από ψυχικό πόνο και θλίψη, πενθώ, τραβάω τα μαλλιά μου
  3. βασανίζω, λυπώ, δυσαρεστώ κάποιον

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία