Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαδάω < ελληνιστική κοινή μαδάω

  ΡήμαΕπεξεργασία

μαδάω



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαδάω < → λείπει η ετυμολογία

  ΡήμαΕπεξεργασία

μαδάω

  1. διαβρώνομαι από υγρασία
  2. μαδώ