Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τάπητας < αρχαία ελληνική τάπης

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τάπητας αρσενικό

  • μάλλινο χαλί για το στρώσιμο του δαπέδου ή των τοιχών

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία