Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο στρατηγικός η στρατηγική το στρατηγικό
      γενική του στρατηγικού της στρατηγικής του στρατηγικού
    αιτιατική τον στρατηγικό τη στρατηγική το στρατηγικό
     κλητική στρατηγικέ στρατηγική στρατηγικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι στρατηγικοί οι στρατηγικές τα στρατηγικά
      γενική των στρατηγικών των στρατηγικών των στρατηγικών
    αιτιατική τους στρατηγικούς τις στρατηγικές τα στρατηγικά
     κλητική στρατηγικοί στρατηγικές στρατηγικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στρατηγικός < αρχαία ελληνικά, στρατηγικός


  ΕπίθετοΕπεξεργασία

στρατηγικός

  • που έχει σχέση με τη στρατηγική ή που στηρίζεται σε αυτή, σε αντιδιαστολή προς τη λέξη τακτικός
  1. που αφορά το σχεδιασμό μιας στρατιωτικής επιχείρησης:
    στρατηγικός στόχος
  2. (μεταφορικά) που αφορά το γενικό σχεδιασμό και το συντονισμό των ενεργειών που είναι απαραίτητες για την επιτυχία ενός σκοπού:
    έχει στρατηγική θέση στην κυβέρνηση

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία