Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ρέμπελος ρέμπελη ρέμπελο
γενική ρέμπελου ρέμπελης ρέμπελου
αιτιατική ρέμπελο ρέμπελη ρέμπελο
κλητική ρέμπελε ρέμπελη ρέμπελο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ρέμπελοι ρέμπελες ρέμπελα
γενική ρέμπελων ρέμπελων ρέμπελων
αιτιατική ρέμπελους ρέμπελες ρέμπελα
κλητική ρέμπελοι ρέμπελες ρέμπελα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ρέμπελος < ρεμπελ(εύω) + -ος (αναδρομικός σχηματισμός)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ρέμπελος, -η, -ο

  1. (παρωχημένο) επαναστάτης
  2. που δεν κάνει τίποτε άλλο από το να ρεμπελεύει, τεμπέλης, ανεπρόκοπος
  3. που ταιριάζει σε έναν τέτοιο άνθρωπο, τεμπέλικος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία