Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

ρέμπελων

  1. ρέμπελος, στη γενική του πληθυντικού
  2. ρέμπελη, στη γενική του πληθυντικού
  3. ρέμπελο, στη γενική του πληθυντικού