Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ανεπρόκοπος ανεπρόκοπη ανεπρόκοπο
γενική ανεπρόκοπου ανεπρόκοπης ανεπρόκοπου
αιτιατική ανεπρόκοπο ανεπρόκοπη ανεπρόκοπο
κλητική ανεπρόκοπε ανεπρόκοπη ανεπρόκοπο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανεπρόκοποι ανεπρόκοπες ανεπρόκοπα
γενική ανεπρόκοπων ανεπρόκοπων ανεπρόκοπων
αιτιατική ανεπρόκοπους ανεπρόκοπες ανεπρόκοπα
κλητική ανεπρόκοποι ανεπρόκοπες ανεπρόκοπα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανεπρόκοπος < α στερητικό και προκόπτω < ελληνιστική κοινή ἀπρόκοπος < α στερητικό και προκόπτω (προχωρώ, προοδεύω)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία


Εναλλακτικές μορφέςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία