Ετυμολογία

επεξεργασία
προκόπτω < προ- + κόπτω

προκόπτω

  1. προχωρώ
  2. προοδεύω, προκόβω
  3. έχω κέρδος, όφελος
  4. (ειδικότερα) (για ασθένεια) εξελίσσομαι ευνοϊκά