Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πυροβόλο τα πυροβόλα
      γενική του πυροβόλου των πυροβόλων
    αιτιατική το πυροβόλο τα πυροβόλα
     κλητική πυροβόλο πυροβόλα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πυροβόλο < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πυροβόλο ουδέτερο

  1. όπλο που βάλλει πυρά σε κοντινή ή μακρινή απόσταση
  2. βαρύ όπλο το οποίο διαθέτει σωλήνα και εκτοξεύει βλήματα κατόπιν πίεσης αερίων που παράγονται κατόπιν της καύσης εκρηκτικής ύλης (δηλαδή εμπυρεύματος ή παλαιότερα πυρίτιδας)

ΥπώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία