Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αεροβόλο τα αεροβόλα
      γενική του αεροβόλου των αεροβόλων
    αιτιατική το αεροβόλο τα αεροβόλα
     κλητική αεροβόλο αεροβόλα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αεροβόλο < αερο- + βάλλω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.ɛ.ɾɔ.ˈvɔ.lɔ/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αεροβόλο ουδέτερο

  1. όπλο που εκτοξεύει μια σφαίρα χάρη σε πεπιεσμένο αέρα
  2. ελαφρύ οπισθογεμές όπλο, το φλόμπερ
  3. κυνηγετικό όπλο

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία