Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο όλμος οι όλμοι
      γενική του όλμου των όλμων
    αιτιατική τον όλμο τους όλμους
     κλητική όλμε όλμοι
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

όλμος < αρχαία ελληνική ὅλμος
 
στρατιώτες γεμίζουν όλμο στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

όλμος αρσενικό

  1. πυροβόλο μικρού διαμετρήματος που μεταφέρεται εύκολα και χρησιμοποιείται κυρίως από το πεζικό για βολές μεγάλης καμπυλότητας
     συνώνυμα: ολμοβόλο
    συστοιχία όλμων: ολμοστοιχία
  2. βλήμα ολμοβόλου

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  • οβίδα όλμου[1]


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία