Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

mortier 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
mortier mortiers

mortier (fr) αρσενικό

  1. (στρατιωτικός όρος) ο όλμος
  2. το τσιμέντο, μείγμα σκόνης τσιμέντου με νερό
  3. το γουδί