Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πυραμίδα οι πυραμίδες
      γενική της πυραμίδας των πυραμίδων
    αιτιατική την πυραμίδα τις πυραμίδες
     κλητική πυραμίδα πυραμίδες
Κατηγορία όπως «ελπίδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πυραμίδα < αρχαία ελληνική πυραμίς

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pi.ɾaˈmi.ða/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πυραμίδα θηλυκό

  • (στερεομετρία) το γεωμετρικό στερεό που έχει τριγωνική ή τετράγωνη βάση και τριγωνικές πλευρές
  • κτίσμα που μοιάζει με το ομώνυμο γεωμετρικό στερεό
  • δομή που είναι ευρύτερη στη βάση της και στενότερη στην κορυφή της
    η κοινωνική πυραμίδα


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία