↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο παρηκμασμένος η παρηκμασμένη το παρηκμασμένο
      γενική του παρηκμασμένου της παρηκμασμένης του παρηκμασμένου
    αιτιατική τον παρηκμασμένο την παρηκμασμένη το παρηκμασμένο
     κλητική παρηκμασμένε παρηκμασμένη παρηκμασμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι παρηκμασμένοι οι παρηκμασμένες τα παρηκμασμένα
      γενική των παρηκμασμένων των παρηκμασμένων των παρηκμασμένων
    αιτιατική τους παρηκμασμένους τις παρηκμασμένες τα παρηκμασμένα
     κλητική παρηκμασμένοι παρηκμασμένες παρηκμασμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
παρηκμασμένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου παρακμάζω

παρηκμασμένος, -η, -ο

  • που έχει παρακμάσει, έχει αρχίσει με τη μεταφορική έννοια να αποσυντίθεται, που παρουσιάζει σημεία παρακμής
    Η παρηκμασμένη ρωμαϊκή αυτοκρατορία

Άλλες μορφές

επεξεργασία

Αντώνυμα

επεξεργασία

Δείτε επίσης

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία