Δείτε επίσης: Παρασκευή

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η παρασκευή οι παρασκευές
      γενική της παρασκευής των παρασκευών
    αιτιατική την παρασκευή τις παρασκευές
     κλητική παρασκευή παρασκευές
όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παρασκευή < αρχαία ελληνική παρασκευή

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

παρασκευή θηλυκό

  1. οι ενέργειες που απαιτούνται για να παρασκευάσει κάποιος κάτι
    συμβουλές και οδηγίες για το παντεσπάνι, τη συνταγή και τον τρόπο παρασκευής του θα βρείτε σε πολλά βιβλία μαγειρικής

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

δείτε τη λέξη παρασκευάζω

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

παρασκευή θηλυκό

  1. προπαρασκευή, προετοιμασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία