Δείτε επίσης: σκεύη

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σκευή οι σκευές
      γενική της σκευής των σκευών
    αιτιατική τη σκευή τις σκευές
     κλητική σκευή σκευές
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σκευή < αρχαία ελληνική σκευή

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σκευή θηλυκό

  1. το σύνολο από υλικά αντικείμενα ή πνευματικά εφόδια που είναι απαραίτητα σε έναν άνθρωπο, προκειμένου να φέρει σε πέρας ένα έργο, ο υλικός ή πνευματικός εξοπλισμός κάποιου
    Η επιτυχημένη σειρά ... ποντάρει στην αφηγηματική δεινότητα των φιλοξενούμενων συγγραφέων για να διατηρήσει αδιάπτωτο το ενδιαφέρον των αναγνωστών. Ο καθένας, ανάλογα με την ιδιωτική και δημόσια σκευή του, ενδεχομένως εκλαμβάνει την «παραγγελία» λίγο διαφορετικά. [1]
    • (για πολεμιστή) ο οπλισμός
      Η πλούσια σκευή του παραπέμπει σε αριστοκράτη πολεμιστή [2]
    • (στο αρχαίο θέατρο) η μάσκα και η ενδυμασία των υποκριτών
      Μόνος του τότε ο Χορός απόθετε ένα μέρος από τη σκευή του, πλησίαζε το κοινό, τραγουδούσε και μιλούσε άμεσα, ως Χορός, στους θεατές για θέματα κατά κανόνα άσχετα με την πορεία του έργου [3]

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία