Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο πάππος οι πάπποι
      γενική του πάππου των πάππων
    αιτιατική τον πάππο τους πάππους
     κλητική πάππε πάπποι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πάππος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πάππος [1] Δείτε και παππούς

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πάππος αρσενικό

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική πάππος οἱ πάπποι
      γενική τοῦ πάππου τῶν πάππων
      δοτική τῷ πάππ τοῖς πάπποις
    αιτιατική τὸν πάππον τοὺς πάππους
     κλητική ! πάππε πάπποι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  πάππω
γεν-δοτ τοῖν  πάπποιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πάππος < (στην παιδική γλώσσα)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πάππος αρσενικό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία