Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

* Κλίση: Θα πρέπει να ορίσουμε το δίχρονο φωνήεν με |δίχρ=β (βραχύ) ή |δίχρ=μ (μακρό).
Αν δεν υπάρχουν πληροφορίες, |δίχρ=?

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πάππας < (ηχομιμητική λέξη)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πάππας αρσενικό (και πάπας)

  1. πατέρας, μπαμπάς (νηπιακή λέξη)
    ※  πάππα φίλ᾽, οὐκ ἂν δή μοι ἐφοπλίσσειας ἀπήνην / ὑψηλὴν ἐύκυκλον (Όμηρος, Οδύσσεια, ζ, 57-58)
    ※  πάππα: προσφώνησις παι(δὸ)ς πρὸς πατέρα Ἡσύχιος, Γλῶσσαι, Π

  ΠηγέςΕπεξεργασία