Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ορμέμφυτος ορμέμφυτη ορμέμφυτο
γενική ορμέμφυτου ορμέμφυτης ορμέμφυτου
αιτιατική ορμέμφυτο ορμέμφυτη ορμέμφυτο
κλητική ορμέμφυτε ορμέμφυτη ορμέμφυτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ορμέμφυτοι ορμέμφυτες ορμέμφυτα
γενική ορμέμφυτων ορμέμφυτων ορμέμφυτων
αιτιατική ορμέμφυτους ορμέμφυτες ορμέμφυτα
κλητική ορμέμφυτοι ορμέμφυτες ορμέμφυτα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ορμέμφυτος < ορμή + έμφυτος < (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική Naturtrieb < Natur (φύση) + Trieb (παρόρμηση)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ορμέμφυτος, -η, -ο

  1. που εκδηλώνεται αυτόματα, παρορμητικά, ενστικτωδώς
     συνώνυμα: ενστικτώδης, (απροσχεδίαστος)
  2. (ουσιαστικοποιημένο) ορμέμφυτο: το ένστικτο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία