Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ορμεμφύτως < ορμέμφυτος + -ως

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

ορμεμφύτως

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία