Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

μάργαρος < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μάργαρος αρσενικό ή θηλυκό

  1. υλικό που καλύπτει το εσωτερικό κάποιων οστράκων

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  Προσοχή!Επεξεργασία

ΟΧΙ φίλντισι (el)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία