Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μάργαρος < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μάργαρος αρσενικό ή θηλυκό

  • υλικό που καλύπτει το εσωτερικό κάποιων οστράκων

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία