Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μάντρα οι μάντρες
      γενική της μάντρας των μαντρών
    αιτιατική τη μάντρα τις μάντρες
     κλητική μάντρα μάντρες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία 1Επεξεργασία

μάντρα < αρχαία ελληνική μάνδρα

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /'man.dɾa/

  Ουσιαστικό 1Επεξεργασία

μάντρα θηλυκό

  1. οικόπεδο, συνήθως περιφραγμένο, που χρησιμοποιείται για τη συγκέντρωση και την πώληση οικοδομικών υλικών, αυτοκινήτων κλπ
  2. (συνεκδοχικά) ο τοίχος που περιβάλλει το οικόπεδο

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μάντρα μάντρας
γενική μάντρα μάντρας
αιτιατική μάντρα μάντρας
κλητική μάντρα μάντρας

  Ετυμολογία 2Επεξεργασία

μάντρα < σανσκριτική मन्त्र (māntra)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /'man.tɾa/

  Ουσιαστικό 2Επεξεργασία

μάντρα ουδέτερο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία