Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μάνδρα οι μάνδρες
      γενική της μάνδρας των μανδρών
    αιτιατική τη μάνδρα τις μάνδρες
     κλητική μάνδρα μάνδρες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μάνδρα < αρχαία ελληνική μάνδρα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μάνδρα θηλυκό

  1. περιφραγμένο οικόπεδο (μάντρα)
  2. μαντρότοιχος
  3. μοναστήρι

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μάνδρα < πιθανόν σημητικής προέλευσης, αλλά ίσως και από το μάνδαλος ή το μανδάκης

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μάνδρα θηλυκό

  1. περιφραγμένη περιοχή
  2. μαντρί, στάβλος
    ※  Ώσπερ πρόβατον της μάνδρας εξερχόμενον (Ασκητικά, Ισαάκ Σύρος, περ. 613 - περ. 700 )