Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κυδώνι τα κυδώνια
      γενική του κυδωνιού των κυδωνιών
    αιτιατική το κυδώνι τα κυδώνια
     κλητική κυδώνι κυδώνια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κυδώνι < → λείπει η ετυμολογία
 
το φρούτο κυδώνι
 
το μαλάκιο κυδώνι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κυδώνι ουδέτερο

  1. (φρούτο) ο καρπός του φυτού κυδωνιά(Cydonia oblonga), που ανήκει στα εσπεριδοειδή
  2. (γλυκό) το κυδώνι γλυκό του κουταλιού, συνήθως μαζί με λίγα αμύγδαλα
  3. (ζωολογία) δίθυρο μαλάκιο της οικογένειας "Καρδιίδες" (Cardiidae)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία