Γαλλικά (fr) επεξεργασία

  Προφορά επεξεργασία

 

  Ουσιαστικό επεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
coing coings

coing (fr) αρσενικό



Παλαιά γαλλικά (fro) επεξεργασία

  Ετυμολογία 1 επεξεργασία

coing < λατινική cuneum (γωνία)

  Ουσιαστικό επεξεργασία

coing αρσενικό

Συνώνυμα επεξεργασία

  Ετυμολογία 2 επεξεργασία

coing < λατινική cotoneum ή cydoneum

  Ουσιαστικό επεξεργασία

coing αρσενικό

Συνώνυμα επεξεργασία