Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κέλυφος κελύφη
γενική κελύφους κελυφών
αιτιατική κέλυφος κελύφη
κλητική κέλυφος κελύφη

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κέλυφος < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κέλυφος ουδέτερο

  1. το σκληρό περίβλημα
    1. ενός μαλακίου ή άλλου ασπόνδυλου ζώου
       συνώνυμα: όστρακο, κοχύλι
    2. του αβγού ή ενός ξηρού καρπού
       συνώνυμα: τσόφλι
  2. (πληροφορική) το λογισμικό που επιτρέπει την διεπαφή χρήστη-υπολογιστή, το οποίο είναι γραφικό (GUI) ή γραμμής εντολής (CLI)
    Συνήθως αναφέρεται σε κέλυφος λειτουργικού συστήματος, αλλά μπορεί να αναφέρεται και σε οποιοδήποτε λογισμικό λαμβάνει εντολές από τον χρήστη
    Ετυμολογικά μοιάζει με το κέλυφος ζωντανού οργανισμού στο ότι καλύπτει ένα πρόγραμμα όπως τον πυρήνα του λειτουργικού συστήματος από τον χρήστη

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία