Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώσεις      ενικός      πληθυντικός
ονομαστική ο ισημερινός οι ισημερινοί
γενική του ισημερινού των ισημερινών
αιτιατική τον ισημερινό τους ισημερινούς
κλητική ισημερινέ ισημερινοί
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ισημερινός < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ισημερινός αρσενικό

  • νοητή γραμμή στην επιφάνεια της Γης με ίση απόσταση από τον Βόρειο Πόλο και Νότιο Πόλο[1]

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία