Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική εγκάρσιος εγκάρσια εγκάρσιο
γενική εγκάρσιου εγκάρσιας εγκάρσιου
αιτιατική εγκάρσιο εγκάρσια εγκάρσιο
κλητική εγκάρσιε εγκάρσια εγκάρσιο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εγκάρσιοι εγκάρσιες εγκάρσια
γενική εγκάρσιων εγκάρσιων εγκάρσιων
αιτιατική εγκάρσιους εγκάρσιες εγκάρσια
κλητική εγκάρσιοι εγκάρσιες εγκάρσια

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εγκάρσιος < αρχαία ελληνική ἐγκάρσιος < ἐν + κάρσιος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

εγκάρσιος, -α, -ο

  Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  • εγκάρσιο κλίτος: κλίτος κάθετο σε σχέση με τα τρία κλίτη του ναού τα οποία ακολουθούν τον άξονα που ορίζεται από την είσοδο και το ιερό
    τρίκλιτη βασιλική με εγκάρσιο κλίτος

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία