Άνοιγμα κυρίου μενού

Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
transverse transverses

transverse (fr) θηλυκό

  1. (ανατομία) ένα όργανο που τοποθετείται εγκάρσια σε σχέση με κάτι άλλο

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία