Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο διχασμός οι διχασμοί
      γενική του διχασμού των διχασμών
    αιτιατική τον διχασμό τους διχασμούς
     κλητική διχασμέ διχασμοί
Κατηγορία όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διχασμός < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

διχασμός αρσενικό

  1. χώρισμα σε δύο
  2. (μεταφορικά) διχογνωμία, διφωνία


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία