Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το χώρισμα τα χωρίσματα
      γενική του χωρίσματος των χωρισμάτων
    αιτιατική το χώρισμα τα χωρίσματα
     κλητική χώρισμα χωρίσματα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χώρισμα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χώρισμα ουδέτερο

  • κάτι που χωρίζει, κάτι που υποδιαιρεί ένα πράγμα σε μέρη ή διαχωρίζει ένα πράγμα από ένα άλλο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία