Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δισυπόστατος < (λόγιο) μεσαιωνική ελληνική δισυπόστατος. Συγχρονικά αναλύεται σε δις (δύο φορές) + υπόστα(ση) (<υφίσταμαι) + -τος[1]

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

δισυπόστατος - η -ο

  • που έχει δύο υποστάσεις
    Αφού ήμουν στην Αθήνα χτες, πώς λες ότι με είδες στην Κόρινθο; Δεν είμαι δισυπόστατος!
    η δισυπόστατη φύση του ανθρώπου: σώμα και ψυχή

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία