Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ασκέρι τα ασκέρια
      γενική του ασκεριού των ασκεριών
    αιτιατική το ασκέρι τα ασκέρια
     κλητική ασκέρι ασκέρια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ασκέρι < (άμεσο δάνειο) τουρκική asker «σώμα στρατού» + < αραβική عسكر (ʿaskar) «στρατιώτης» < μέση περσική lškl (laškar).

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /aˈsce.ɾi/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ασκέρι ουδέτερο

  1. (παρωχημένο) τμήμα άτακτου ή τακτικού στρατού
    Έτσι, το 1780, κατέπλευσε στο λιμάνι του Γυθείου. Είχε μαζί του μεγάλο ασκέρι και στόλο.
  2. (μεταφορικά) πολυμελής ομάδα ανθρώπων, πλήθος, όχλος
    πλάκωσε τ' ασκέρι των συγχωριανών
  3. (μεταφορικά) η οικογένεια
    Πάω να μαζέψω τ' ασκέρι μου.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία