Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ ὑγιής τὸ ὑγιές οἱ, αἱ ὑγιεῖς τὰ ὑγι
Γενική τοῦ, τῆς ὑγιοῦς τοῦ ὑγιοῦς τῶν ὑγιῶν τῶν ὑγιῶν
Δοτική τῷ, τῇ ὑγιεῖ τῷ ὑγιεῖ τοῖς, ταῖς ὑγιέσι(ν) τοῖς ὑγιέσι(ν)
Αιτιατική τὸν, τὴν ὑγι τὸ ὑγιές τοὺς, τὰς ὑγιεῖς τὰ ὑγι
Κλητική ὑγιές ὑγιές ὑγιεῖς ὑγι
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ὑγιεῖ
Γενική-Δοτική ὑγιοῖν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ὑγιής < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂yu- + *gʷih₃- (μακρός βίος)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ὑγιής, -ής, -ές

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία