Δείτε επίσης: -εύς

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἐΰς: ίσως < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *h₁es- ‎(εἰμί), και έτσι συγγενές με τα εἰμί, οὐσία, ἐτεός κ.ά. Ίσως < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *h₁su-, μηδενική βαθμίδα του *h₁esu- ‎(ἀγαθός), συγγενές με το εὖ. Ίσως ινδοευρωπαϊκή ρίζα *wesu-

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ἐΰς, -, ἠΰ

  1. αγαθός
  2. γενναίος
  3. ευγενής

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία