↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική Ἴων οἱ Ἴωνες
      γενική τοῦ Ἴωνος τῶν Ἰώνων
      δοτική τῷ Ἴων τοῖς Ἴωσῐ(ν)
    αιτιατική τὸν Ἴων τοὺς Ἴωνᾰς
     κλητική ! Ἴων Ἴωνες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  Ἴωνε
γεν-δοτ τοῖν  Ἰώνοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'κώδων' όπως «κώδων» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
Ἴων < Ἰᾱ́ϝων[1] < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *uiH-[1] (δύναμη) ή *h₁ish₂-[1] + *-(i)h₃onh₂ / *-ā́won-[1]

  Κύριο όνομα

επεξεργασία

Ἴων αρσενικό

  1. (ελληνική μυθολογία) ανδρικό όνομα, αρχαίος βασιλιάς της Αχαΐας, αδελφός του Αχαιού, γενάρχης των Ιώνων
  2. (εθνικό όνομα) μέλος της φυλής των Ἰώνων
  3. ποταμός της αρχαίας Ελλάδας, με το σημερινό όνομα Μήκανης ή Μουργκάνης, που εκβάλλει, μετά από ροή 53 περίπου χιλιομέτρων, στον Πηνειό ποταμό, κοντά στο αρχαίο Αἰγίνιον (στη σημερινή Καλαμπάκα)
    ※  Αἰγίνιον δὲ Τυμφαίων, ὅμορον Αἰθικίᾳ καὶ Τρίκκῃ· (…) καὶ πόλις Ὀξύνεια παρὰ τὸν Ἴωνα ποταμόν, ἀπέχουσα Ἀζώρου τῆς τριπολίτιδος σταδίους ἑκατὸν εἴκοσι· πλησίον δὲ καὶ Ἀλαλκομεναὶ καὶ Αἰγίνιον καὶ Εὔρωπος καὶ αἱ τοῦ Ἴωνος εἰς τὸν Πηνειὸν συμβολαί. (Στράβων, Γεωγραφικά, 7, 9)

Συγγενικά

επεξεργασία

  Αναφορές

επεξεργασία
  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 Beekes, Robert S. P. (2010) Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 1‑2.