Ελληνικά (el) Επεξεργασία


εκ(έξω)-βάλλω(βγαίνω)

  ΡήμαΕπεξεργασία

εκβάλλω

  1. (αμετάβατο) (για ποταμό) χύνομαι, καταλήγω
  2. (μεταβατικό) βγάζω κάποιον έξω από ένα χώρο, συνήθως με βίαιο τρόπο


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία