Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο χαλινός οι χαλινοί
      γενική του χαλινού των χαλινών
    αιτιατική τον χαλινό τους χαλινούς
     κλητική χαλινέ χαλινοί
Κατηγορία όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χαλινός < αρχαία ελληνική χαλινός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χαλινός αρσενικό

  1. η στομίδα που τοποθετείται στο στόμα ενός αλόγου και μαζί με τα ηνία χρησιμοποιείται από τον αναβάτη για να οδηγήσει το ζώο
  2. οτιδήποτε συγκρατεί ή περιορίζει
  3. πτυχή δέρματος που συνδέει δύο όργανα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία