Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο χαλινός οι χαλινοί
      γενική του χαλινού των χαλινών
    αιτιατική τον χαλινό τους χαλινούς
     κλητική χαλινέ χαλινοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χαλινός < αρχαία ελληνική χαλινός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χαλινός αρσενικό

  1. η στομίδα που τοποθετείται στο στόμα ενός αλόγου και μαζί με τα ηνία χρησιμοποιείται από τον αναβάτη για να οδηγήσει το ζώο
    ※  Κάθε πλάγιο τμήμα του χαλινού-- το ψάλιο - σχηματίζει γωνία και είναι συμφυές με το ήμισυ του μέρους του χαλινού , που στερεωνόταν ανάμεσα στις μασέλλες του ζώου , τη στομίδα (Νομισματικά χρονικά, τεύχη 5-6, σελ. 12, 1978)
  2. οτιδήποτε συγκρατεί ή περιορίζει
  3. (ανατομία) πτυχή δέρματος που συνδέει δύο όργανα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

→ λείπει η κλίση

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χαλινός < λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χαλινός αρσενικό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία