Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψάλιο < ψάλιον

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ψάλιο ουδέτερο

  1. τμήμα από το χαλινάρι του αλόγου, μικρή αλυσίδα που στερεώνεται στη στομίδα του χαλινού του αλόγου για να τον ενισχύει

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία