Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τρυπανισμός < ουσιαστικό τρυπάνι + επίθημα -ισμός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τρυπανισμός αρσενικό

  • η διάτρηση του κρανίου με χειρουργικής χρήσης εργαλεία και μεθόδους, για ιατρικούς ή "θεραπευτικούς" λόγους


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία