Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

διάτρηση < Πρότυπο:...

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

διάτρηση θηλυκό

  1. σχηματισμός ή κατασκευή τρύπας που διαπερνά την πλευρά ενός σώματος, συχνά ως επιστημονικός όρος
    • Για την διάτρηση του νιπτήρα ώστε να τοποθετηθεί στο κέντρο μπαταρία μονής οπής, θα χρειαστούμε ειδικό τρυπάνι υγρής διάτρησης με ψήγματα διαμαντιού, και η διάτρηση θα γίνει περιστροφικά και όχι κρουστικά, ειδάλλως θα σπάσει ο νιπτήρας.
  2. η κατασκευή μιας σειράς από μικροσκοπικές τρύπες επάνω σε χαρτί ή σε άλλο παρόμοιο υλικό


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία