Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τρυπανίζω < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική trépaner

  ΡήμαΕπεξεργασία

τρυπανίζω (παρωχημένο)

  1. (ιατρική) κάνω επέμβαση σε ασθενή ή τραυματία με τη χρήση τρυπανιού
  2. ανοίγω σήραγγα ή στοά χρησιμοποιώντας τρυπάνι

  ΠηγέςΕπεξεργασία

  • λ. «Trépaner» στο Γαλλοελληνικόν λεξικόν, τόμ. Β΄ (Αθήνα: Τυπογραφείο Π.Α. Πετράκου, 1912), σ. 1248, του Αντ. Ηπίτη.

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία