Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σήραγγα σήραγγες
γενική σήραγγας σηράγγων
αιτιατική σήραγγα σήραγγες
κλητική σήραγγα σήραγγες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σήραγγα < αρχαία ελληνική σῆραγξ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σήραγγα θηλυκό

 
Μία σήραγγα στο Βούπερταλ
  1. υπόγειος δρόμος ή μονοπάτι που επιτρέπει να διασχίσει κανείς ένα βουνό, έναν λόφο ή ακόμα να περάσει κάτω από ένα ποτάμι.

  Εναλλακτικές μορφές Επεξεργασία

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία