Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η τροφός οι τροφοί
      γενική της τροφού των τροφών
    αιτιατική την τροφό τις τροφούς
     κλητική τροφέ τροφοί
Κατηγορία όπως «οδός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τροφός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τροφός < τρέφω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τροφός θηλυκό

  • γυναίκα που θηλάζει μωρό που δεν είναι δικό της
  • η παραμάνα

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τροφός < τροφ-, μεταπτωτική βαθμίδα του τρέφω[1] + -ός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / τροφός τὸ τροφόν
      γενική τοῦ/τῆς τροφοῦ τοῦ τροφοῦ
      δοτική τῷ/τῇ τροφ τῷ τροφ
    αιτιατική τὸν/τὴν τροφόν τὸ τροφόν
     κλητική ! τροφέ τροφόν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ τροφοί τὰ τροφᾰ́
      γενική τῶν τροφῶν τῶν τροφῶν
      δοτική τοῖς/ταῖς τροφοῖς τοῖς τροφοῖς
    αιτιατική τοὺς/τὰς τροφούς τὰ τροφᾰ́
     κλητική ! τροφοί τροφᾰ́
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ τροφώ τὼ τροφώ
      γεν-δοτ τοῖν τροφοῖν τοῖν τροφοῖν
2η κλίση Κατηγορία όπως «βοηθός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

τροφός, -ός, -όν

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική / τροφός οἱ/αἱ τροφοί
      γενική τοῦ/τῆς τροφοῦ τῶν τροφῶν
      δοτική τῷ/τῇ τροφ τοῖς/ταῖς τροφοῖς
    αιτιατική τὸν/τὴν τροφόν τοὺς/τὰς τροφούς
     κλητική ! τροφέ τροφοί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  τροφώ
γεν-δοτ τοῖν  τροφοῖν
2η κλίση, ομάδα «ναός» Κατηγορία όπως «ἰατρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

τροφός θηλυκό

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 

  ΠηγέςΕπεξεργασία