Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η τερατογονία οι τερατογονίες
      γενική της τερατογονίας των τερατογονιών
    αιτιατική την τερατογονία τις τερατογονίες
     κλητική τερατογονία τερατογονίες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τερατογονία < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τερατογονία θηλυκό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία